ἑτεροιότης

ἑτεροι-ότης, ητος, ,
A difference in kind, Pl.Prm.160d, Ph.1.5;

ἡ ἑτερότης ἄρα ἑτεροιότης Dam.Pr. 440

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροιότης — ἑτεροιότης, ἡ (Α) [ετεροίος] η διαφορά είδους …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροιότης — difference in kind fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροιοτήτων — ἑτεροιότης difference in kind fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροιότητα — ἑτεροιότης difference in kind fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροιότητος — ἑτεροιότης difference in kind fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.